Περιεχόμενα Δικαιώματα Υποχρεώσεις η-Πνύκα Αναζήτηση

Παιδικά Παιχνίδια
Προηγούμενη Σελίδα

Από το Βιβλίο του Θεόδωρου Ευστρατίου Ηλιάδη

 «Προκόννησος, Παλάτια, Νέα Παλάτια»

 Έκδοση Κοινότητας Νέων Παλατίων, 2001

 

Τα παιδικά μας παιχνίδια στα Νέα Παλάτια ήταν φερμένα από τον Μαρμαρά. 

Το απομεσήμερο, μετά το σχολείο και το μεσημεριανό φαγητό  που γινόταν όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε, το μυαλό μας ήταν στο παιχνίδι.  Πότε θα πεταχτούμε έξω, για να βρούμε την παρέα μας να παίξουμε.  Συνήθως  χωριζόμασταν σε δύο ομάδες, με αρχηγούς τους μεγαλύτερους ή τους πιο καπάτσους  και θαρρετούς για να αρχίσουμε το παιχνίδι.  Για τη πρωτιά, το παίζαμε κορώνα-γράμματα, εάν είχαμε καμιά δεκάρα.  Διαφορετικά βρίσκαμε ένα κομμάτι κεραμίδι, που το’ φτυνε ένας απ’ τη μια μεριά και ρωτούσε τον άλλο «βρεγμένο ή στεγνό» και το πετούσε ψηλά.  Κέρδιζε κι’ έπαιζε πρώτος αυτός που η πλευρά του φαινόταν, καθώς το κεραμίδι έπεφτε στη γης.

Τα λακουβάκια 

Σ ευθεία γραμμή και απόσταση 5-6 εκ. το ένα από το άλλο, άνοιγε ο καθένας ένα λακουβάκι, για να χωρά ευρύχωρα ένα τόπι περίπου σαν αυτό του τένις.  Τα λακουβάκια ήταν τόσα, όσα και τα παιδιά.  Δίπλα στα λακουβάκια υπήρχαν άλλα πολύ μικρότερα κι΄εκεί  έμπαιναν τα βοτσαλάκια, για να  μετράμε και να τα βάζουμε πότε στο δικό μας, όταν αστοχούσαμε, ή πότε στο δικό τους, όταν είμαστε εύστοχοι.  Από δύο μέτρα απόσταση πετούσαμε το τόπι προς τα λακουβάκια.  Σ΄ όποιου το λακουβάκι έμπαινε το τόπι, έπρεπε αυτός να το πάρει και να το πετάξει, για να χτυπήσει τους άλλους που σκόρπιζαν προς όλες τις κατευθύνσεις Μετά το τέλος του παιχνιδιού, όποιος είχε τα περισσότερα βοτσαλάκια μέσα στο λακουβάκι του, ήταν ο χαμένος του παιχνιδιού.  Του έδιναν ελαφρά χτυπήματα, ανάλογα με πόσες πετρούλες είχε.

 Τσελίκι και κοπάνι    

Το τσελίκι ήταν ένα ξύλο διαμέτρου 2-3 εκ. κωνικά φτιαγμένο με τον σουγιά στις δύο άκρες.  Το κοπάνι ήταν ένα ξύλο μακρύ ως 60-70 εκ. και το κρατά ο παίκτης.  Οποιος κρατά το τσελίκι το πετά στον παίκτη κι΄ αυτός με το κοπάνι και γρηγοράδα προσπαθεί να χτυπήσει το τσελίκι για να φύγει μακριά του.  Η αντίπαλη ομάδα που είναι σκορπισμένη προς αυτόν που κρατά το κοπάνι, σ΄απόσταση 50 μέτρων περίπου, προσπαθεί να το πιάσει στον αέρα.  Εάν το καταφέρουν, έχουν κερδίσει κι΄ αλλάζουν τους ρόλους με την άλλη ομάδα.  Εάν δεν το πιάσουν οι αντίπαλοι, τότε το πιάνει από κάτω παιδί της ίδιας ομάδας και το πετά προς την ομάδα του.  Εκεί εμπρός της υπάρχει ένας κύκλος διαμέτρου ενός μέτρου.  Εάν τα καταφέρει, τότε αλλάζει ο παίκτης πασσαδόρο μ΄άλλον της ιδίας ομάδας κι’ όταν τελειώσει η σειρά όλων, τότε οι ομάδες αλλάζουν θέση.  

Πηδηχτός   

Με ένα πόδι κυνηγιόντουσαν αγόρια και κορίτσια, για να πιάσουν το ένα ή το άλλο.  Όποιος κουραζόταν ή ξεχνιόταν και πατούσε στα δύο πόδια, έχανε κι’ έβγαινε από το παιχνίδι.  Αυτό συνεχιζόταν έως ότου απομείνει  ένας, που ήταν και ο νικητής. 

Πατσά

Από το βράδυ της Ανάστασης και έως ότου είχαμε κόκκινα αυγά, περίπου μέχρι τη Κυριακή του Θωμά, κάναμε τον πατσά.  Το ένα παιδί τσούγκριζε το πασχαλιάτικο αυγό με το άλλο κι’ όποιου το αυγό έσπαζε, το έχανε και του το’ παιρνε ο κερδισμένος. 

Η κούνια

Σ’ ένα χοντρό κλαδί δέναμε δύο σχοινιά και κάναμε κούνια.  Ένας μας έσπρωχνε ή, εάν μπορούσαμε μόνοι μας, παίρναμε φόρο και πετούσαμε αιωρούμενοι ψηλά. 

Η τσουλούρα

Εδώ χρειαζόταν ένας μεταλλικός κύκλος, η τσουλούρα, κι  ένας γάντζος.  Η τσουλούρα συνήθως ήταν από τα στεφάνια των κρασοβάρελων ή μετά από το 1950 από ρόδα ποδηλάτου.  Μ’ ένα συρματένιο χοντρό γάντζο στο χέρι, που η άκρη του αγκάλιαζε τη τσουλούρα, γυρίζαμε το χωριό σπρώχνοντας  τη ρόδα. 

Το καλάμι  

Αυτό ήταν το πιο απλό παιχνίδι.  Ένα καλάμι, όσο μακρύ και αν ήταν, το κουβαλούσαμε ανάμεσα στα πόδια μας, κρατούσαμε την άκρη του με το ένα χέρι και με το άλλο είχαμε ένα ακόντιο ή καμτσίκι και κάναμε ότι χτυπούσαμε το καλάμι, υπονοώντας το άλογο, για να τρέξει πιο πολύ. 

Ο κρυφτός

Ένα παιδί έστρεφε το πρόσωπό του προς τον τοίχο, έκλεινε τα μάτια του και μετρούσε ανάλογα, ώσπου να δοθεί ο χρόνος στ’ άλλα αγόρια και κορίτσια να κρυφτούν.  Μετά το μέτρημα, αυτός που τα φύλαγε, γύριζε να βρει τους κρυμμένους.  Μόλις έβλεπε κάποιον, πήγαινε στο σημείο όπου μετρούσε, έφτυνε και ονομάτιζε αυτόν που είχε δει.  Εάν όμως κάποιος προλάβαινε και έφτυνε πρώτος στον τοίχο, τότε το παιδί τα ξαναφυλούσε, έως ότου μπορέσει να τους βρει όλους και να φτύσει πρώτο στον τοίχο.

 

Τα ξυλοπόδαρα

Σε δύο χοντρά ξύλα, μήκους 2-2,5 μέτρων, κάρφωναν ένα οριζόντιο σανίδι στο κάθε ξύλο, που απείχε από τη γη  1-1,5 μέτρο.  Πατούσαν εκεί επάνω και πιο ψηλά κρατούσαν τις κάθετες άκρες των ξύλων και βάδιζαν.  Εμείς  που είμαστε μικρά παιδιά, βλέπαμε τους νεαρούς ξυλοπόδαρους τα χρόνια εκείνα και τρομάζαμε.  Αυτό το έκανε ο Ιορδάνης Καλαϊτζόγλου. 

Ο πετροπόλεμος 

Το παιχνίδι παιζόταν από μεγάλα παιδιά. Χωρίζανε σε δύο ομάδες, συνήθως από διαφορετικές γειτονιές, με τις τσέπες γεμάτες πέτρες στρογγυλές, κυρίως από τη θάλασσα, για να είναι βολικές στο πέταμα.  Άλλοι  είχαν σφεντόνες με λάστιχα, με τις οποίες κυνηγούσαμε τα πουλιά.  Όταν άρχιζε ο πόλεμος, τότε ανοίγανε κεφάλια και υπήρχαν μικροτραυματισμοί, διότι προσπαθούσαμε να έχουμε αποστάσεις η μία ομάδα από την άλλη.  Τι λογής παιχνίδι ήταν αυτό, δεν το καταλάβαινα.  Ίσως ο ρόλος του ήταν να μας φέρει αντιμέτωπους με τον κίνδυνο, για να μπορέσουμε να προστατεύσουμε τον εαυτό μας.

 

Η ασετυλίνη

Σκάβανε ένα λακουβάκι και μέσα βάζανε νερό.  Μετά παίρνανε ένα κουτί από γάλα, το ανοίγανε από τη μια μεριά και το τοποθετούσαν πάνω στο νερό.  Στο επάνω μέρος με μία πρόκα ανοίγανε μία τρύπα.  Μέσα στο νερό ρίχνανε ένα κομμάτι ασετιλίνης και με λάσπη κλείνανε ερμητικά το κουτί γύρω γύρω.  Όλα αυτά γίνονταν πολύ γρήγορα, διότι μόλις βάζανε την ασετιλίνη στο νερό, άρχιζε ο βρασμός.  Μ’ ένα μακρύ καλάμι, που στην άκρη του δένανε ένα στουπί ή ένα κουρέλι ποτισμένο με λίγο πετρέλαιο, βάζανε φωτιά στο κουρέλι και το πλησίαζαν στη τρυπίτσα του κουτιού, απ’ όπου έβγαινε το αέριο της ασετυλίνης.  Το κουρέλι  έπαιρνε φωτιά, γινόταν έκρηξη και πεταγόταν ψηλά το κουτί. 

Το σκοινί 

Υπήρχαν δύο ομάδες από παιδιά, ισάριθμα χωρισμένα και ένα σκοινί, που η κάθε ομάδα  κρατούσε τη μια άκρη του.  Προσπαθούσε η μία ομάδα να παρασύρει την άλλη.  Εάν το κατάφερνε και τραβούσε την ομάδα από τη γραμμή που είχαν τραβήξει ανάμεσά τους , τότε ήταν νικητές.  Το παιχνίδι αυτό είναι η διελκυστίνδα των αρχαίων

 

Η μακριά γαϊδούρα

Παιζόταν από 10 τουλάχιστον αγόρια σε δύο ομάδες.  Η μία ομάδα έφτιαχνε την μακριά γαϊδούρα.  Ένα παιδί στεκόταν στον τοίχο σκυμμένο και με το πρόσωπο γυρισμένο σ’ αυτόν.  Το άλλο παιδί με τα δύο του χέρια κρατούσαν από τη μέση του πρώτου παιδιού.  Στα πισινά του δεύτερου παιδιού έπιανε άλλο παιδί και ούτω καθεξής, ώσπου να σχηματιστεί ένα μακρύ ανθρώπινο σκυμμένο σώμα.  Τα παιδιά προστάτευαν τα κεφάλια τους ανάμεσα στα πόδια του μπροστινού.  Όταν ήταν έτοιμη η μακριά γαϊδούρα, ένα ένα τα παιδιά της άλλης ομάδας πηδούσαν, για να ανέβουν όλα επάνω στις πλάτες της μακριάς γαϊδούρας.  Εάν δεν τα κατάφερναν, τότε ήταν χαμένοι.  Εάν όμως τα κατάφερναν, η ομάδα της μακριάς γαϊδούρας κουνιόταν, προσπαθώντας να ρίξει κάτω αυτούς που ήταν καβάλα.  Την ώρα εκείνη οι επάνω έλεγαν «Δέκα-δέκα την ημέρα και εκατό την εβδομάδα και σαράντα και πενήντα και το γαιδουράκι μου και το σαμαράκι μου, πουρ-πουρ»  Και κατέβαιναν νικητές, εάν κατόρθωναν να  παραμείνουν καβάλα. 

Πλάτη-Πλάτη     

Δύο παιδιά στημένα πλάτη με πλάτη και με πλεγμένα τα χέρια σηκώνουν το ένα το άλλο.  Αυτός που έχει το φορτίο σκύβει και ρωτά τον άλλον

-τι βλέπεις επάνω?

-ουρανό

-τι βλέπεις κάτω?

-γη

-τι τρως?

-φακή

-πέσε κάτω το σακί, του ‘λεγε και άλλαζαν θέση.

Πρόκειται μάλλον για αρχαίο παιχνίδι. 

Τα πεντόβολα

Κοριτσίστικο παιχνίδι με πέντε βώλους ή πετραδάκια.  Ακουμπούσαν την παλάμη ανοιχτή προς το έδαφος, ώστε από κάτω να σχηματίζεται καμάρα.  Γύρω ήταν οι βώλοι.  Έπαιρναν με το άλλο χέρι ένα βώλο και τον πετούσαν ψηλά.  Ώσπου να πέσει κάτω, έπρεπε να σπρώξουν ένα άλλο βώλο κάτω από την σταθερή παλάμη.  Εάν κατόρθωναν να βάλουν τους βώλους κάτω από την καμάρα που σχημάτιζε η παλάμη, τότε ήταν νικήτριες.

 

Η τυφλόμυγα                      

Κάνανε τα παιδιά ένα κύκλο και δένανε τα μάτια ενός συμπαίκτη.  Τότε αυτό το παιδί προσπαθούσε να βρει ποιον έχει πιάσει.  Αν τον έβρισκε, αυτός έκανε τότε τη τυφλόμυγα, διαφορετικά έμενε το ίδιο παιδί δεμένο  και συνέχιζε ώσπου να πιάσει κάποιο. 

Το τριζόνι

Δέναμε μία χρυσόμυγα με κλωστή και μ’ ένα ξυλαράκι την περιστρέφαμε.  Η χρυσόμυγα προσπαθούσε να πετάξει κι’ άρχιζε να βουίζει, διασκεδάζοντας τα παιδιά.

 

Ο αϊτός 

Όπως σήμερα, έτσι και παλιά ο αϊτός ήταν ίδιος, μόνο που τους χαρταετούς τους φτιάχνουμε εμείς τα παιδιά από καλάμι.  Αντί για κόλλα, βάζαμε ζυμάρι για να κολλήσουμε τα χαρτιά.  Σαν σχέδια είχαμε τον κοινό αϊτό, το ρολόι, το απίδι.  Σαν καλούμπα ψηλά, όχι πολύ κοντά στον αϊτό, βάζαμε ξυραφάκια και πλησιάζαμε τους άλλους αϊτούς, για να κόψουμε την καλούμπα τους και να τους ρίξουμε κάτω. 

Τα μονά ζυγά

Κάποια παιδιά που κρατούσαν στις χούφτες σταφίδες ή στραγάλια έπαιζαν το παιχνίδι μονά ζυγά.  Ο ένας παίκτης έβαζε στην κλειστή χούφτα του μερικές σταφίδες κι ο άλλος έπρεπε να μαντέψει τον αριθμό τους.  Όποιος έχανε, έδινε τις σταφίδες ή τα στραγάλια στον άλλο, που ήταν ο νικητής. 

Τόπι με γάιδαρο

Παίζεται με ζευγάρια παιδιών χωρισμένα σε δύο ομάδες.  Στη μία ομάδα έπλεκε ο ένας τα χέρια του πίσω στη μέση κι ανέβαινε στη πλάτη του ο άλλος.   Οι αναβάτες πετούσαν το τόπι από τον ένα στον άλλο.  Εάν κάποιος αναβάτης έπεφτε κάτω,  τότε όλοι πηδούσαν κι’ έφευγαν, γιατί αυτοί που έκαναν το γάιδαρο έπαιρναν το τόπι και τους κυνηγούσαν, για να χτυπήσουν με αυτό κάποιο αναβάτη.  Εάν το πετύχαιναν, οι παίκτες άλλαζαν ρόλους, εάν όχι, συνέχιζαν στη ίδια θέση.

 

Τα σκλαβάκια  

Δύο ομάδες από 5 έως 8 παιδιά τοποθετούνταν η μία απέναντι στην άλλη σε απόσταση έως 40 μέτρα.  Έβγαινε ένας και προχωρούσε προς την άλλη ομάδα.  Τότε έβγαινε ένας από τη δεύτερη ομάδα και το κυνηγούσε να τον αγγίξει.  Αν πρόφταινε, τον έπαιρνε σκλάβο και τον έφερνε προς τη δικιά του μεριά, σε απόσταση 5-6 μέτρων, σαν να είναι σε μάντρα.  Τότε πάλι έβγαινε ένας άλλος από την ομάδα του σκλάβου και με διάφορους ελιγμούς προσπαθούσε ν’ αγγίξει τον σκλαβωμένο, για να τον ελευθερώσει και να τον πάρει πίσω στην ομάδα.  Εάν όμως τον ακουμπούσε αυτός που τον κυνηγούσε από την άλλη ομάδα, τότε ήταν και αυτός σκλάβος. Όποια ομάδα έμενε με δύο άτομα, έχανε το παιχνίδι. 

Η τραμπάλα

Επάνω σε μεγάλη πέτρα ζυγιάζανε ένα μακρύ ξύλο και στη κάθε άκρη του καβαλούσαν ένα ή δύο παιδιά και τραμπαλίζονταν (ανεβοκατέβαιναν). 

Η πρωτελιά

Έσκυβε το ένα παιδί κι’ έβαζε τις παλάμες του στα γόνατά του.  Ένα άλλο παιδί πήδαγε από πάνω του μ’ ανοιχτά τα πόδια, στηριγμένο στην πλάτη του σκυμμένου.  Μετά έσκυβε κι’ αυτό το παιδί και πηδούσε ένα τρίτο τους δύο προηγούμενους.  Αυτό έμενε όρθιο, σκύβοντας μόνο το κεφάλι.  Όταν πηδούσε έλεγε - πρωτελιά, δεύτερη με τα; σκαλιά, τρίτος κι’ άγγιχτος.

Όποιος είχε σειρά να πηδήσει, έπρεπε να τον περάσει από πάνω χωρίς να τον χτυπήσει. 

Ο κουτσός

Χάραζαν στο χώμα ένα παραλληλόγραμμο χωρισμένο σε τετράγωνα.  Έπαιρναν ένα μικρό κεραμίδι ή μία πλατιά πέτρα που την έλεγαν αμάδα και την έβαζαν στο πρώτο τετράγωνο.  Έπρεπε να σπρώξουν με το ένα πόδι την αμάδα από το ένα τετράγωνο στο άλλο χωρίς να ακουμπήσει στις διαχωριστικές γραμμές του κουτσού, γιατί τότε ο παίκτης έχανε.  Αυτό γινόταν με διάφορα γεωμετρικά  σχήματα, τρίγωνα, κύκλους και σαλίγκαρο.  Ο κουτσός ήταν περισσότερο κοριτσίστικο παιχνίδι. 

 

Το ζιρζίρι

Στις τρύπες ενός μεγάλου κουμπιού περνούσαν σπάγγο, με τρόπο που όταν τον τέντωνες, να γυρίζει το κουμπί βουίζοντας.  Ήταν ατομικό παιχνίδι και μόνο για κορίτσια. 

Η σβούρα

Στο κεφάλι της σβούρας έκαναν με γύρισμα του σπάγγου τη θηλιά.  Έφερναν το σπάγγο προς τα κάτω, αφού έκαναν μία στροφή επάνω στην μύτη της σβούρας.  Τυλίγανε τον σπάγγο επάνω στη σβούρα έως ότου σκεπαστεί ολόκληρη, κρατώντας όμως με το δείκτη την άκρη του σπάγγου.  Πετούσαν τη σβούρα τιναχτά προς τη γη, τραβώντας απότομα το σπάγγο.  Η σβούρα περιστρεφόταν και όσο πιο πολύ γύριζε, τόσο το καλύτερο. 

Ο τζιτζιλιάς

Το κότσι, δηλαδή ένα κόκαλο από τη κλείδωση του ποδαριού του προβάτου, έχει τέσσερις πλευρές με ξεχωριστή ονομασία.  Η πλευρά που είχε σχήμα αυτιού με βαθουλώματα λεγόταν βασιλιάς, η αντίθετη βεζύρης, η φουσκωτή ψωμάς κι η βαθουλωτή κλέφτης.  Έριχναν το κότσι όλα τα παιδιά με τη σειρά.  Όποιος έβρισκε το «βασιλιά», πρόσταζε τον άλλο που είχε το «βεζύρη» να δείρει με ελαφρές ξυλιές όποιον βρήκε τον «κλέφτη». 

Η μέλισσα 

Ομαδικό κοριτσίστικο παιχνίδι.  Τα παιδιά χωρίζονται σε δύο ομάδες που κρατιούνται από το χέρι.  Η μία ομάδα πηγαίνει προς την άλλη λέγοντας «μπαίνει, βγαίνει η μέλισσα με τα μελισσόπουλα και με τα κλωσσόπουλα». 

Γκέο βαγκέο ή ένα λεπτό κρεμμύδι 

-Σας πήραμε, σας πήραμε μια όμορφη κοπέλα!

-Μας πήρατε, μας πήρατε μια χοντροκατσιβέλα!

 Τα χαλικάκια

Δύο τουλάχιστον κορίτσια κάθονταν κάτω και πετούσαν ψηλά ένα χαλίκι κι’ ώσπου να πέσει κάτω αυτό, πετούσαν ένα άλλο.  Έπιαναν αυτό που έπεφτε και το παιχνίδι συνεχιζόταν έτσι, με πέντε χαλικάκια.

 Το σχοινάκι

Παιζόταν  όπως και σήμερα.  Το γυρίζουν δύο παιδιά και πηδούν μέσα ένα ή περισσότερα παιδιά.  Το μοναχικό σχοινάκι παίζεται από ένα παιδί, το οποίο γυρίζει το σκοινί γύρω από τον εαυτό του πηδώντας.

Οι αμάδες

 

horizontal rule

Copyright 2002: Ασκληπιακό Πάρκο Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών
Τελευταία ενημέρωση / Last modified: 04/16/04